Ανελέητη η ζωή, γεμίζει χαρακιές το κορμί σου μετρώντας τις μέρες που περνούν. Ξυπνάς χαράματα, ιδρωμένη, νομίζεις πως διψάς, το νερό που κυλάει στο λαιμό σου είναι πικρό, πετάς το ποτήρι στα πλακάκια, φυτεύεις ένα ναρκοπέδιο ανάμεσα σε σένα και τον ύπνο. Δεν θες να γυρίσεις στο κρεβάτι, ο εφιάλτης θα ξανάρθει, θα σε βρει μπόσικη, θα σου ψιθυρίσει αυτά που θες να ακούσεις, θα σου μιλήσει για τον κόσμο όπως θέλεις να είναι, θα σε χαϊδέψει όπως θες να σε χαϊδεύουν άλλα χέρια που ζουν εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά...

«…ψεύτικη δεν ήταν η απόσταση, αλλά το θράσος να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσε να την νικήσει…»

Στέκεσαι αντίκρυ στην νύχτα, κι ελπίζεις πως σε ένα άλλο παράθυρο, δυο άλλα μάτια στέκονται βουβά κι ατενίζουν το ίδιο φεγγάρι. Κλισέ. Όμως αυτά τα κλισέ είναι που γεμίζουν τη ζωή σου. Αυτά τα κλισέ είναι που σε ξυπνάνε το πρωί, σε ντύνουν, σε βάζουν στο αυτοκίνητο, σε πάνε στην δουλειά, σε γυρνάνε το μεσημέρι, σε ταΐζουν, σε πάνε για καφέ, σου ανάβουν τσιγάρο, σε φιλάνε στο μέτωπο για καληνύχτα. Αυτά τα κλισέ σε κρατούν φυλακισμένη…

Στο κάτω κάτω της γραφής για να είναι ευτυχισμένος κανείς, θέλει λίγο ψωμί, λίγο νερό, δυο μέτρα γης να ξαπλώνει τα βράδια και την ψευδαίσθηση ότι είναι λεύτερος…

Ξερά. Σταράτα. Τίποτε λιγότερο. Τίποτε περισσότερο.