Υπάρχουν στιγμές που ζηλεύω πραγματικά αυτούς που έχουν στεριώσει τη ζωή τους πάνω σε κάποια βεβαιότητα. Πάνω σε κάτι που δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Αυτούς που πιστεύουν σε κάτι, όσο ασήμαντο ή σημαντικό κι αν είναι, και που αποτελεί μια αφετηρία για όλες τις σκέψεις τους, για όλες τις πράξεις τους, για όλο τους το είναι. Ζηλεύω αυτούς που επιστρέφουν σωματικά ή πνευματικά σε πρόσωπα, μέρη, ιδέες και νιώθουν οικεία, ζεστά, νιώθουν να παίρνουν δύναμη, κουράγιο, νιώθουν πως υπάρχει ένα σημείο στον ωκεανό του κόσμου που ό,τι κι αν γίνει θα στέκει φάρος ακλόνητος και θα τους οδηγεί.
Ύστερα πάλι σκέφτομαι πως αυτή η βεβαιότητα μπορεί να γίνει αλυσίδα που θα σε κρατάει δέσμιό της. Ένα καμπανάκι που θα χτυπάει μέσα στο κεφάλι σου όποτε διανοηθείς να υπερβείς τα όρια που σου έχει θέσει. Μια μέγγενη που θα σφίγγει την ύπαρξή σου, που θα κρατάει τα χαλινάρια του μυαλού σου και θα σπιρουνίζει τα μεριά σου για να πας εκεί που θέλει αυτή. Ένα ζευγάρι παρωπίδες που μπορούν να μερέψουν και το πιο ατίθασο άτι.
Πάνε χρόνια που δεν πιστεύω στον θεό. Πάνε χρόνια που οι ιδεολογίες δεν μου λένε κάτι. Κι έχω αρχίσει να χάνω την πίστη μου στους ανθρώπους. Πίστευα πάντα στο καλό. Πίστευα πάντα πως αν είσαι ευγενικός, τίμιος, καλός, η ζωή που θα χτίσεις γύρω σου θα στο ανταποδώσει. Θα σε γεμίσει. Συνεχίζω να το πιστεύω. Καθημερινά όλο και περισσότερο.
Από προχθές πιστεύω σε κάτι ακόμα. Σε κάτι που ενδόμυχα πίστευα πάντα. Αλλά δεν το είχα αποκρυσταλλώσει ποτέ μου. Στην μνήμη. Στην αδυσώπητη δύναμή της, στην καθάρια ειλικρίνειά της, στην γαλήνια ομορφιά της. Όλα όσα έχω ζήσει με έχουν κάνει αυτόν που είμαι σήμερα. Και γυρίζοντας στις μουσικές, στις εικόνες, στις θύμησες του παρελθόντος κατανοώ τον μέσα μου εαυτό. Και κάνω καλύτερο τον έξω. Για τους άλλους. Μα πιο πολύ για μένα.
Για να κρατάω εγώ τα γκέμια της ψυχής μου...