Ξανά στους ίδιους δρόμους. Εκεί που όλοι τρέχουν, εκεί που όλοι νιώθουν φυλακισμένοι, εσύ νιώθεις ανάλαφρος, αέρινος. Νιώθεις στο δέρμα σου την ίδια εκείνη ένταση σαν τότε, τόσα χρόνια πίσω, που γνώριζες αυτήν την πόλη για πρώτη φορά. Τωρά κοιτάς τα ονόματα των δρόμων και θυμάσαι τόσα πολλά...

Μενάνδρου και Ζήνωνος...

Στάση 051. Αέναο πήγαιν' έλα ανάμεσα στο τίποτα και στο ανέφικτο. Ανάμεσα στο όνειρο και στην ανάγκη...

Μάρνη και 3ης Σεπτεμβρίου...

Κοιτάς τον ουρανό, κλείνεις τα μάτια και ακούς την μουσική στον αγέρα. Ακόμα...

Θεμιστοκλέους και Σόλωνος...

Στον ορίζοντά σου απλώνεται η πλατεία. Για μια στιγμή νομίζεις ότι τεράστιες φλόγες υψώνονται πάνω από τα δέντρα της... Για μια ατέλειωτη στιγμή...

Μοναστηράκι...

Ομόνοια...

Σύνταγμα...

Περπατάς χωρίς να σκέφτεσαι. Χαζεύεις τον κόσμο, τις φάτσες, τα αυτοκίνητα που σε προσπερνούν, τα λεωφορεία που κουβαλούν τις σιωπηρές μοναξιές των ανθρώπων. Νιώθεις οικεία, νιώθεις κομμάτι αυτής της πόλης, αλλά ταυτόχρονα νιώθεις έναν απροσδιόριστο φόβο. Έναν φόβο που σου λέει ότι δεν την έχεις συνηθίσει, ότι ακόμα έχεις πολλά να μάθεις από αυτήν, ότι έχεις πολλά να ζήσεις στην αγκαλιά της...

Και σκέφτεσαι ασυναίσθητα όλα αυτά που έχεις τόσο πολύ συνηθίσει. Όλα αυτά που πια δεν σε φοβίζουν. Όλα αυτά που δεν έχουν να σου δώσουν πια τίποτε...

Όλα αυτά που πρέπει να αφήσεις πίσω...